δεσπότης

ὁ δεσπότης, ου ['домохозяин'] хозяин, господин; владыка (ср. лат. potens) (δεμ- + ποτ-)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "δεσπότης" в других словарях:

  • δεσπότης — ο 1) епископ, владыка; 2) Владыка (обращение к Богу): ελέησον, Δέσποτα! помилуй, Владыко! 3) именование императора Византии Этим. дргр. δεμ σ πότης сложное слово, состоящее из двух основ, которое , как предполагают исследователи, происходит от… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • δεσπότης — master masc nom sg δεσποτέω to be despotically ruled imperf ind act 2nd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσπότης — Ο κύριος του οίκου, ο οικοδεσπότης, ο αφέντης, ο απόλυτος κύριος και συνεκδοχικά ο βασιλιάς, ο τύραννος· επίσης ο επίσκοπος: «τον δεσπότην και αρχιερέα ημών Κύριε φύλαττε εις πολλά έτη». Στην αρχαιότητα, ο όρος αναφερόταν στον κύριο του σπιτιού,… …   Dictionary of Greek

  • δεσπότης — ο 1. αυτός που έχει την απόλυτη κυριότητα και την εξουσία περιοχής, κύριος, ιδιοκτήτης: Είναι δεσπότης του μεγαλύτερου μέρους του νησιού. 2. επίσκοπος: Στις γιορτές, στην εκκλησία, λειτουργεί ο δεσπότης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεσπότης — [дэспотис] ουσ. а. властитель, господин, деспот …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Δεσπότης νόμος. — δεσπότης νόμος. См. Обычай старше закона …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δεσπόται — δεσπότης master masc nom/voc pl δεσπότᾱͅ , δεσπότης master masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ορσίνης, Ιωάννης — Δεσπότης της Ηπείρου (1323 35). Ήταν γνωστός και ως Άγγελος Δούκας Κομνηνός. Αδελφός του Ιταλού κόμη της Κεφαλληνιάς Νικόλαου Ορσίνη, ο οποίος, αφού σκότωσε τον θείο του Θωμά Άγγελο, δεσπότη της Ηπείρου, έγινε κύριος του δεσποτάτου. Ο Ο. με τη… …   Dictionary of Greek

  • δεσποτᾶν — δεσπότης master masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτέων — δεσπότης master masc gen pl (epic ionic) δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεσποτῶν — δεσπότης master masc gen pl δεσποτέω to be despotically ruled pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.